Ενδιαφέρουσες
Ιστοσελίδες
 Site Map  English
Aναζήτηση
Γενικές Πληροφορίες
Κατάλογοι Βιβλιοθήκης
Εργογραφία Συνθετών
Αρχείο Ελληνικής Μουσικής
Εκπαιδευτικά και Ερευνητικά Προγράμματα
Επικοινωνία με τη Βιβλιοθήκη
Νέα της Βιβλιοθήκης
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη
Γίνετε φίλοι της Βιβλιοθήκης
Τετράδιο (άρθρα-κείμενα)
Πρόσωπα - Έργα
Ελληνική μουσική
Συλλογές της Βιβλιοθήκης
Βιβλιογραφίες-Δισκογραφίες
Εθνομουσικολογία
'Αλλες τέχνες

Ακούστε
 
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Σελίδα| Τετράδιο (άρθρα-κείμενα)| 'Αλλες τέχνες|
Ζωγραφική για το Θέατρο

Με αφορμή την πολύ σημαντική έκθεση με έργα για το θέατρο των Μόραλη, Τσαρούχη και Χατζηκυριάκου Γκίκα, η οποία ήδη παρουσιάζεται στο Φουαγιέ του Μεγάρου Μουσικής, η επιμελήτρια της Έκθεσης, τεχνοκριτικός κ. Έφη Ανδρεάδη είχε την καλωσύνη να γράψει ειδικά για το Τετράδιο το κείμενο που ακολουθεί.

Γιάννης Μόραλης Γιάννης Τσαρούχης Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας:Ζωγραφική για το Θέατρο

Δεν είναι περίεργο μια παρουσίαση με εικαστικά εκθέματα -ακουαρέλλες, αυγοτέμπερες, ταπισσερί, κ.τ.λ.- να αναφέρεται στο θέατρο μια και από πάντα το θέατρο ήταν μια σύνθεση τεχνών. Αυτή είναι εξ' άλλου και η αιτία που η επιτυχία μιας παράστασης ωφείλεται σε μια συνολική προσπάθεια, στην αρμονική δηλαδή σύμπραξη μιας ομάδας. Μια τέτοια ομάδα ήταν ο πυρήνας της θαυμαστής αναγέννησης του αθηναϊκού θεάτρου στα μεταπολεμικά χρόνια. Προικισμένοι ζωγράφοι, ταλαντούχοι μουσικοί, ποιητές και χαρισματικοί άνθρωποι του θεάτρου και του χορού συμπράττουν στην δημιουργία μιας μοναδικά γόνιμης καλλιτεχνικής ατμόσφαιρας.

Κοντά στους τρεις ζωγράφους που παρουσιάζονται σ' αυτήν την έκθεση του Μεγάρου Μουσικής, κι άλλοι όπως ο Νικολάου, ο Βασιλείου, ο Εγγονόπουλος, ο Μαυροϊδής ή ο Βακαλό συνέτειναν στο κλίμα δημιουργικής ζωτικότητας στο χώρο του θεάτρου, μέσα από νέες εικαστικές προτάσεις για μιαν άλλη αντίληψη του σκηνικού χώρου στον τόπο μας.

Μέσα από αυτό το ανανεωτικό ρεύμα προβάλλουν οι κύριες τάσεις που θα κατευθύνουν την καλλιτεχνική δραστηριότητα σε νέες λύσεις και ερμηνείες. Αυτές είναι: ο αναπροσδιορισμός του ρόλου της λαϊκής παράδοσης, μια άλλη αξιολόγηση των αρχαίων κειμένων, ή, τέλος, η σχέση της Ελλάδας με Δύση και Ανατολή.

Η συνειδητοποίηση, αλλά και η αντιμετώπιση αυτών των τάσεων, συντελείται με πολύ μεγαλύτερη ενάργεια και ευκολία μέσα από τη θεατρική πράξη και την εικαστική της "επένδυση", παρά μέσα από τους πιο απαιτητικούς και μοναχικούς δρόμους της ζωγραφικής ή της μουσικής. Ο λόγος είναι γιατί στο θέατρο οι ιδέες και οι τρόποι αποκτούν αυτόματα μια "υλική" υπόσταση.

Τη δυνατότητα όλη αυτή η γοητευτική περιπέτεια να γίνει "έργο", την παρέχουν σκηνοθέτες όπως ο Σωκράτης Καραντινός ή ο Αλέξης Σολομός με το Εθνικό Θέατρο, αλλά κυρίως ο Κάρολος Κουν με το πετυχημένο πείραμα του Θεάτρου Τέχνης, η Ραλλού Μάνου με το μοναδικό Ελληνικό Χορόδραμα, η Ζουζού Νικολούδη με τα Χορικά και ο Μάνος Χατζιδάκις, που με τη μουσική του κυριαρχεί στη σκηνή του καιρού του. Κοντά σ' αυτούς τους πυρήνες αναπτύσσουν δράση και επιρροή άνθρωποι που καλύπτουν περιοχές της ποίησης, της μουσικής, της σκέψης και της πράξης όπως ο Ελύτης, ο Θεοδωράκης, ο Σπαθάρης, ο Πικιώνης, ο Παπαλουκάς, ακόμα και ο Κόντογλου που δεν συμπαθούσε το θέατρο.

Αναπόφευκτα, η επιλογή των έργων επικεντρώνεται χρονικά περισσότερο στο έργο των τριών ζωγράφων στις μεταπολεμικές δεκαετίες '50, '60 και '70, τότε που συντελέστηκαν αυτές οι δυναμικές συμπτώσεις.

Είναι η εποχή που έχουν γυρίσει και οι τρεις από τη Γαλλία στη "μαύρη πέτρα, το ξερό χορτάρι και το θείο φως", της πατρίδας τους, όπως έλεγε ο Πικιώνης, όπου γνωρίζουν, αναγνωρίζουν, επηρεάζονται, καταργούν, ανατρέχουν και τελικά προχωρούν ο καθένας με τον τρόπο του σε μια προσωπική ερμηνεία της ελληνικής τους ταυτότητας. Γι' αυτούς οι πηγές της λαϊκής παράδοσης δεν ξεχωρίζουν από τις βυζαντινές ή τις νεοκλασσικές. Αν ο Μόραλης ζωγραφίζει για το θέατρο με σκοπό μια εσωτερική αρμονία του χώρου και μια ξεκάθαρη σχηματοποιημένη δομή, που θα φανερώσει και θα δικαιώσει κάθε φορά την ποιητική ουσία του θεάματος, αν ο Γκίκας προσπαθεί να εμβαθύνει σε θεατρικά μυστήρια και μύθους, αναζητώντας τις αρχές της παγκοσμιότητας των μορφών, ενώ ο Τσαρούχης δοκιμάζει στις σχέσεις σχεδιασμού, σκηνοθεσίας και γλώσσας μια "ολική" ερμηνεία, όλοι τους "εξυπηρέτησαν" αυτές τις "εικόνες" που προβάλλουν έντονα γύρω μας, ακόμα και έξω από το μαγικό περιβάλλον του θεάτρου και πέρα από το κείμενο, την κίνηση και τη μουσική. Οι μουσικές επενδύσεις των έργων, έτσι όπως φανερώνονται σ' αυτή την αναδρομή ακολουθούν το ίδιο ιδεολογικό στίγμα και κινούνται στις ίδιες περιοχές με τις εικαστικές, χορογραφικές ή σκηνοθετικές επιλογές της εποχής. Κυριαρχική η παρουσία του Μάνου Χατζιδάκι που οδηγεί και ακολουθεί, με μια χαρισματική ευκολία, το άκουσμα σε δρόμους που συνορεύουν με το λαϊκό ή το ρεμπέτικο, την έντεχνη σχηματοποίηση ή την μοντερνιστική αφαίρεση.

Χαρακτηριστικές, σχεδόν συμβολικές, είναι οι άλλες μουσικές επιλογές σε παραστάσεις χορού ή αρχαίας τραγωδίας. Έτσι εκτός απ' τον Μίκη Θεοδωράκη που συμπράττει στη θαυμάσια "Ερωφίλη" της Ραλλούς Μάνου και του Γιάννη Μόραλη το 1956, το Εθνικό Θέατρο το 1951 διαλέγει για τις ιστορικές "Νεφέλες" του Σ. Καραντινού και του Χατζηκυριάκου - Γκίκα τη μουσική του Γ. Καζάσογλου ενώ και πάλι η Ραλλού Μάνου με τον Μόραλη θα χρησιμοποιήσουν τη μουσική του Ζόλταν Κόνταλυ για το έργο ο "Γιάννης ο Παραμυθάς" το 1960. Το 1961 ο Χατζηκυριάκος ζωγραφίζει για το χορόδραμα Περσεφόνη σε λιμπρέττο του Αντρέ Ζιντ και μουσική του Ίγκαρ Στραβίνσκι στο Κόβεντ Γκάρντεν, ενώ το 1964 το Εθνικό, με τον Αλέξη Σολομό στη σκηνοθεσία και το Γιάννη Μόραλη στα σκηνικά και τα κοστούμια, θα καλέσει τον Γιάννη Ξενάκη για τη μουσική επένδυση των "Ικέτιδων".

Έτσι, όπως και στα εικαστικά, οριοθετείται πάλι με τον ίδιο τρόπο η τάση για μια "εθνική" ρίζα σ' αυτήν την αναζήτηση της νεοελληνικής ταυτότητας, με αναφορές στις μουσικές λαϊκές παραδόσεις αλλά και τις μακρινές "αναπλάσεις" του αρχαίου κόσμου, ενώ σύγχρονα υπάρχει η γνώση και η συνειδητοποίηση της πειθαρχίας του μοντερνισμού και της αναγκαίας ένταξης τουλάχιστον σχηματικά σ' αυτήν.

Στην παρούσα έκθεση συνέβαλαν μουσεία όπως αυτό του Ι. Τσαρούχη, του Ν. Χ. Γκίκα και το Θεατρικό, καθώς και ιδιωτικές συλλογές, με κύρια αυτή του Γιάννη Μόραλη, ο οποίος δάνεισε το σύνολο της δουλειάς του. Σκοπός να φανερωθεί η αυτόνομη ύπαρξη αυτής της ζωγραφικής, πράγμα που γίνεται δυνατό γιατί πρόκειται για έργα τριών σπάνια προικισμένων δημιουργών.

Η έκθεση είναι ανοιχτή από τις 10:00 έως τις 18:00 κάθε μέρα και το Σαββατοκύριακο από τις 10:00 έως τις 14:00. Θα διαρκέσει έως τις 9 Ιανουαρίου.

Έφη Ανδρεάδη

   
Εκτύπωση Επιστροφή στην αρχή