Ενδιαφέρουσες
Ιστοσελίδες
 Site Map  English
Aναζήτηση
Γενικές Πληροφορίες
Κατάλογοι Βιβλιοθήκης
Εργογραφία Συνθετών
Αρχείο Ελληνικής Μουσικής
Εκπαιδευτικά και Ερευνητικά Προγράμματα
Επικοινωνία με τη Βιβλιοθήκη
Νέα της Βιβλιοθήκης
  Πρόσφατα Αποκτήματα  
  Παρουσιάσεις Νέων Τίτλων  
  Επιλογή του Μήνα  
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη
Γίνετε φίλοι της Βιβλιοθήκης
Τετράδιο (άρθρα-κείμενα)

Ακούστε
 
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Σελίδα| Νέα της Βιβλιοθήκης|
Παρουσιάσεις Νέων Τίτλων
ΙΟΥΛΙΟΣ 2010. Mackridge, Peter M. Language and National Identity in Greece, 1766-1976. Oxford: Oxford University Press, 2009.

Ο καθηγητής Peter Mackridge ερευνά τη σχέση της ελληνικής γλώσσας με την ελληνική εθνική ταυτότητα στην Ελλάδα, από το 1766 έως το 1976. Το τελευταίο βιβλίο του αποτελεί μία μελέτη κυρίως ιστορική με λογοτεχνικές και ανθρωπολογικές προεκτάσεις. Άλλωστε είναι πολύ σημαντικό η έρευνα ενός πολιτισμού να αρχίζει με την μελέτη της γλώσσας του.

Το γνωστό ως «γλωσσικό ζήτημα» στη σύγχρονη Ελλάδα αφορούσε τη διένεξη διαφορετικών πλευρών ή γλωσσικών ιδεολογιών (κυρίως της δημοτικής και της καθαρεύουσας) για τη λειτουργία αλλά και τους νόμους από τους οποίους πρέπει να διέπεται η ελληνική γλώσσα. Η αλλαγή της γλώσσας από καθαρεύουσα σε δημοτική –κυρίως στη λογοτεχνία– συνετέλεσε και σε αλλαγή στην εθνική ταυτότητα των Ελλήνων. Επιπλέον, άλλο ένα θέμα το οποίο αφορούσε την ελληνική γλώσσα ήταν η διγλωσσία. Η διγλωσσία είχε να κάνει με μία εντυπωσιακή αλλαγή στη χρήση της γλώσσας από τον προφορικό στο γραπτό λόγο και από διανοούμενο σε λαϊκό ύφος και το αντίστροφο, από τους ίδιους ανθρώπους ανάλογα με την περίσταση. 
   
Με την έλευση του κινήματος του Διαφωτισμού στην Ελλάδα, οι Έλληνες διανοούμενοι άρχισαν να πιστεύουν ότι η εθνική ταυτότητα των Ελλήνων ήταν σε φυσική συνέχεια με αυτή των Ορθόδoξων Χριστιανών και σε συμφωνία με τη γλωσσική ιδεολογία, η οποία υπαγόρευε ότι η ελληνική γλώσσα είναι μία συνεχής γλώσσα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Εκείνη την εποχή ξεκίνησε και η γλωσσική διένεξη, όταν οι Έλληνες άρχισαν να ασπάζονται τη δυτική κουλτούρα και τη δυτική σκέψη, επομένως να αφουγκράζονται και την άρτι αφιχθείσα ιδεολογία της νεωτερικότητας.

Τον δέκατο ένατο αιώνα η συζήτηση περί δημοτικής-καθαρεύουσας συμβόλιζε διαφορετικές εθνικές ταυτότητες, ενώ τον εικοστό αιώνα συμβόλιζε μαχόμενες πολιτικές ιδεολογίες (προοδευτικοί / συντηρητικοί). Κατά την περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967-1974) οι Χουντικοί πρέσβευαν την ιδεολογία της καθαρής, αγνής γλώσσας (καθαρεύουσας) σε αντίθεση με τη δημοτική, την οποία θεωρούσαν βάρβαρη, διεφθαρμένη, βρώμικη και ιδιωματική. Παρόλα αυτά ο Mackridge (ο οποίος συνέγραφε το διδακτορικό του στην Ελλάδα εκείνη την εποχή) και οι καθηγητές του στην Οξφόρδη πίστευαν ακράδαντα ότι η κατάλληλη γλώσσα –η οποία εξέφραζε τους νεοέλληνες που ζούσαν στην εποχή της δικτατορίας– ήταν η δημοτική. Ας μην ξεχνάμε ότι στη δημοτική συνέγραφαν τα ποιήματα τους οι παγκοσμίου φήμης και βραβευμένοι με Νόμπελ ποιητές Γιώργος Σεφέρης και Οδυσσέας Ελύτης. Στη δημοτική επίσης συνέγραφε τα βιβλία του ο γνωστός φιλόσοφος και λογοτέχνης Νίκος Καζαντζάκης.
 
Η διένεξη για την ελληνική γλώσσα αντικατοπτρίζει  τις διαφωνίες για την  ελληνική εθνική ταυτότητα (ή είναι ουσιαστικά απόρροια τους). Απόδειξη μπορεί να αποτελέσει το γεγονός ότι οι Έλληνες άρχισαν να χρησιμοποιούν ή να επαναφέρουν αρχαία ελληνικά ονόματα για τοποθεσίες, λιμάνια, πρόσωπα κτλ., τα οποία ήταν παγανιστικά και όχι ορθόδοξα. Ένα γνωστό παράδειγμα επαναφοράς αρχαίου ονόματος σε λιμάνι είναι το λιμάνι του Πειραιά, το οποίο από τους Γραικούς λεγόταν Δράκος, από τους Ενετούς Πόρτο Λεόνε και από τους Τούρκους Ασλάν Λιμάνι. Τα νέα αρχαιοπρεπή ονόματα χρησιμοποιήθηκαν για την ανοικοδόμηση της Ελλάδας, μετά τα χρόνια της τουρκοκρατίας, έτσι ώστε εκτός των άλλων να αλλάξουν τα ονόματα που είχαν δώσει οι Τούρκοι, αλλά παράλληλα να μην παραπέμπουν και στους ξένους κατακτητές.

Ο συγγραφέας στη συνέχεια καταπιάνεται με τα καίρια θέματα της εθνικής ταυτότητας και της εθνικής συνείδησης τονίζοντας τη διαφορά τους. Ειδικά, αναφέρει ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά στην ελληνική ταυτότητα πριν και μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Εν συνεχεία υποστηρίζει ότι οι Έλληνες αισθάνονται ότι η εκκλησία τους ενώνει με το Βυζάντιο ενώ η ελληνική γλώσσα τους ενώνει, όχι μόνο με το Βυζάντιο αλλά και με την Κλασσική Ελλάδα. Λίγο αργότερα ο καθηγητής αναλύει τον ελληνικό εθνικισμό και τον χαρακτηρίζει ως ιδιαιτέρως έντονο λόγω των πραγματικών γειτόνων εχθρών ή λόγω των  γειτόνων που θεωρούνταν ως εχθροί, αποφεύγοντας ο ίδιος στην προκειμένη περίπτωση να πάρει θέση. Παρόλα αυτά τονίζει ότι εντός των συνόρων και επισήμως, ακόμα και αν κάποιος ήταν Ρουμάνος ή Αρβανίτης και είχε εκχριστιανιστεί μιλώντας την ελληνική γλώσσα, θεωρούνταν Έλληνας. Βεβαίως επικρατούσε παράλληλα στο λαό και η αντίληψη του κοινού ελληνικού αίματος.

Ο εθνικισμός στην Ελλάδα διαχωριζόταν σε φιλελεύθερο και κρατικό. Η αποστολή του ήταν να κρατήσει τις ομάδες όσο πιο αγνές και ομογενοποιημένες γίνεται. Ο εθνικισμός ήθελε να προασπίσει την εθνική ομοιογένεια και μέσω αυτής να προωθήσει την έννοια της εθνικής ασφάλειας. Ο εθνικισμός και η ομοιογένεια προτιμώνται από τους υπέρμαχους τους γιατί προωθούν μία ενιαία γλώσσα, ένα έθνος, μία θρησκεία και μία ιδεολογία, κάτι που σημαίνει ότι πραγματώνεται πιο εύκολα η εθνική συνοχή και η εθνική επιτυχία. Ο εθνικισμός στην Ελλάδα δεν είχε τις ίδιες ρίζες ούτε τους ίδιους σκοπούς με τον εθνικισμό σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ή την Αμερική.   

Ενδιαφέρουσα είναι η ανάλυση του Mackridge για τις διαφορετικές ονομασίες των Ελλήνων από τον δέκατο όγδοο αιώνα και ύστερα (Γραικοί, Ρωμιοί, Έλληνες), σε συνάρτηση με την μελέτη της ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Το γεγονός αυτό (των τριών διαφορετικών ονομάτων) δυσκολεύει αρκετά την εξέλιξη της έρευνας στο συγκεκριμένο ζήτημα. Ρωμιούς έλεγαν τους Έλληνες οι οποίοι ήταν τότε υπόδουλοι της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, εφόσον η Κωνσταντινούπολη ήταν η νέα Ρώμη, και τα ελληνικά τα αποκαλούσαν ρωμαϊκά. Πολλοί Έλληνες οι οποίοι ζούσαν στο εξωτερικό εκείνη την εποχή αποκαλούσαν εαυτούς καθώς και τους Έλληνες του Βυζαντίου Γραικούς. Από εκεί προήλθε και στα λατινικά το Graecus το οποίο έχει επικρατήσει μέχρι σήμερα στον υπόλοιπο κόσμο εκτός Ελλάδος. Οι λέξεις «Έλληνας» και «Ελλάδα» είχαν κατά τον καιρό εκείνο συνδεθεί με τον παγανισμό, τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων, η οποία είχε απορριφθεί από την ορθόδοξη εκκλησία. Το 1821 ταυτόχρονα με την ελληνική επανάσταση οι Ρωμιοί και οι Γραικοί αναγεννήθηκαν ως Έλληνες συνειδητοποιώντας ποιοι πραγματικά είναι και από που προέρχονται. Αυτό επιβεβαιώνουν και εκπροσωπούν κάποιοι από τους στίχους του εθνικού ύμνου, γραμμένοι από τον Διονύσιο Σολωμό:
 
                                     Απ΄τα κόκαλα βγαλμένη
                                     Των Ελλήνων τα ιερά
                                     Και σαν πρώτα αντρειωμένη
                                     Χαίρε ω, Χαίρε ελευθεριά.


                                                                        Γρηγόριος – Έκτωρ Κοκολοδημητράκης

   
Εκτύπωση Επιστροφή στην αρχή